Οπουδήποτε

Οπουδήποτε της Eva Apelqvist (μετάφραση από το Dirt Rag #125 για τους ΠΟΔΗΛΑΤισσΕΣ)

Η Κλάρα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον ήλιο που ανέτειλε πριν περάσει το χέρι της μπροστά από τον φθορίζον ανιχνευτή παλάμης έξω από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

Η ανατολή της δίνει μια περίεργη αίσθηση νοσταλγίας. Την κάνει να θέλει να πάει κάπου αλλού, οπουδήποτε. Οι άνθρωποι συνήθιζαν να πηγαίνουν σε διάφορα μέρη, της έλεγε ο παππούς της όταν ήταν μικρό κορίτσι, πριν να μπει δελτίο στις μπαταρίες των οχημάτων και να θεσπιστούν οι νόμοι για την κίνηση. Η Κλάρα αναστέναξε. Ξέρει ότι δεν υπάρχει κάποιο μέρος για να πάει πια, όχι στην πραγματικότητα. Θα είναι απλά μία από τα ίδια. Παρόλα αυτά, παρακολουθεί την ανατολή κάθε πρωί, περιμένοντας κάτι.

Το μηχάνημα βουίζει ελαφρά όταν διαβάζει το τσιπάκι κάτω από το δέρμα της Κλάρας. Η γυάλινη πόρτα υποχωρεί για να την αφήσει να περάσει, μετά βυθίζεται στην αρχική της θέση από πίσω της. Κινείται αργά ανάμεσα στους ανιχνευτές, τα χέρια πάνω από το κεφάλι της, μετά επιταχύνει ανάμεσα στους αψεγάδιαστους μαρμάρινους διαδρόμους για το δωμάτιο του θυρωρού.

Φρανκ, λέει η Κλάρα, χαιρετώντας τον γέρο άντρα που βάζει της μπότες εργασίας του στη γωνία του δωματίου.

Ο Φρανκ κοιτάζει στο κενό μπροστά του και σκάβει με το δείκτη του το αυτί του. Είναι σχεδόν σίγουρη πως ο Φρανκ δεν ξέρει το όνομά της, παρότι είναι οι δύο μοναδικοί φρουροί σε αυτήν την πτέρυγα του κτιρίου του Τόμας Τζέφερσον και έχουν δουλέψει μαζί για πάνω από δέκα χρόνια.

Η Κλάρα βάζει τη μπλε φόρμα της και κατευθύνεται στα βόρεια ράφια. Τα παλιά περιοδικά είναι να ξεκαθαριστούν –διαταγές από το Οβάλ Γραφείο.

Εργάζεται μεθοδικά, αδειάζοντας ράφι-ράφι στο φαρδύ καρότσι. Με την άκρη του ματιού της, βλέπει τον Φρανκ να δουλεύει επίσης, μολονότι πιο σιγά. Μερικές φορές σταματάει και ρίχνει μια ματιά στα περιοδικά σαν να διαβάζει, αν και δεν είναι δυνατό να ξέρει πως. Η Κλάρα ξέρει. Δεν ήξερε όταν ξεκίνησε να δουλεύει εδώ -μόνο αναλφάβητοι επιτρέπονται ανάμεσα στους τοίχους της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου- άλλα όταν παντρεύτηκε, ο Πολ τη δίδαξε, απλώς για πλάκα. Αυτό έγινε πολύ παλιά, τότε που συνήθιζαν να κοιτάνε την ανατολή μαζί πριν τη δουλειά και αναρωτιόντουσαν τι υπήρχε πέρα από το τελευταίο κτίριο που μπορούσαν να δούνε.

Από τότε που άρχισε να δουλεύει στο Κυβερνητικό Κέντρο, ο Πολ φαίνεται να έχει ξεχάσει ότι της έμαθε ποτέ να διαβάζει, το οποίο είναι πιθανόν για καλό. Αν μαθεύονταν, θα έχανε τη δουλειά της, και ο Πολ θα έχανε τη δικιά του. Δεν βλέπουν ποτέ πια την ανατολή μαζί, ούτε αναρωτιούνται τι υπάρχει πέρα από το τελευταίο κτίριο –σίγουρα, ο Πολ, με την άδεια κινητικότητας του, ξέρει- και δεν λέει στον Πολ τις ιστορίες του παππού της πια, γιατί τις αποπαίρνει. Η τρελή γερό-νερόκοτα, λέει.

Το καρότσι είναι γεμάτο. Όταν η Κλάρα αρχίζει να κινείται, ένα περιοδικό γλιστράει και προσγειώνεται ανοιχτό στο πάτωμα. Η Κλάρα σκύβει για να το μαζέψει. Σταματάει ανάποδα. Τι περίεργο. Η φωτογραφία δείχνει έναν άντρα με κράνος να στηρίζεται σε κάτι μεταξύ δύο μεγάλων, λεπτών ροδών και να κρατιέται από κάτι σαν χερούλι μπαρ.

Ένα ποδήλατο, μια μετά βίας ακουώμενη φωνή ψιθυρίζει πλάι της.

Η Κλάρα κοιτάζει πάνω, γρήγορα, έπειτα ρίχνει μια νευρική ματιά στην κάμερα από πάνω τους. Ο Φρανκ δεν της έχει ξαναπευθύνει το λόγο ποτέ. Η φωνή του είναι αναπάντεχα βαθιά.

Κλείνει το περιοδικό, το βάζει στην κορυφή του καροτσιού και επιταχύνει φεύγοντας από τα βόρεια ράφια προς το δωμάτιο αποτέφρωσης.

Ποδήλατο, σκέφτεται, περπατώντας γρηγορότερα, προσπαθώντας να αποτινάξει το αίσθημα ανησυχίας που την έχει καταλάβει. Ο Φράνκ είναι τρελός. Το έβγαλε από το μυαλό του.

Όταν φτάνει τα δέκα μέτρα μαρμάρινου μωσαϊκού πατώματος με μοτίβα που πρόσφατα δεν το φτάνει καμία κάμερα, η αναπνοή της επιβραδύνεται και οι ώμοι της πέφτουν. Θα φτιάξουν την κάμερα σύντομα, το ξέρει, αλλά για τώρα περπατάει πιο αργά σε αυτό το μικρό κομμάτι, αισθανόμενη στιγμιαία ελεύθερη. Παίρνει μια βαθιά ανάσα πριν μπει στο δημόσιο χώρο.

«Καλημέρα, Ντάμιαν,» χαιρετάει η Κλάρα τον μηχανικό καύσης όταν φτάνει στον προορισμό της. Σήμερα, ούτε η οικιά ζέστη και βοή του αποτεφρωτήρα δεν μπορεί να την βοηθήσει να αποτινάξει την ανησυχία της. «Είναι έτοιμη;»

Ο Ντάμιαν νεύει και ανοίγει την μεταλλική πόρτα στο μπροστινό μέρος του φούρνου.

Από το καρότσι της, η Κλάρα παίρνει το περιοδικό με την περίεργη φωτογραφία. Γυρίζει την πλάτη της στον Ντάμιαν ώστε να μην μπορεί να δει τα μάτια της. Ακόμα και στο εξωτερικό, το περιοδικό παρουσιάζει ένα από αυτά τα περίεργα δίτροχα μαραφέτια, παρατηρεί, παρόλο που συνήθως δεν δίνει σημασία στο τι φέρνει στον αποτεφρωτήρα. Ποδήλατο, διαβάζει, ο Φρανκ είχε δίκιο. Γεύεται τη λέξη. Έχει την ίδια γεύση με την ανατολή, τρομακτικό. Ωστόσο δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται.

Αργά, η Κλάρα ταΐζει το περιοδικό στις λαμπαδιασμένες φλόγες, παρατηρώντας τη φωτιά να το καταβροχθίζει, κάνοντας το μαραφέτι να μοιάζει, για μια σύντομη στιγμή, σαν να κινείται. Προσπαθεί να ηρεμήσει, παίρνοντας ήρεμα αναπνοές. Όταν γυρίζει, παρατηρεί τον Φρανκ πίσω της, να την παρακολουθεί.

Η Κλάρα παίρνει περισσότερα περιοδικά από το καρότσι, μια χοντρή στοίβα. Αλλόφρονα, ταΐζει τη φωτιά με ότι το Οβάλ Γραφείο αποφάσισε ότι ο Αμερικάνικος λαός δεν πρέπει να διαβάσει. Παρόλο που δεν πρέπει να ανησυχούν, σκέφτεται, οι περισσότεροι Αμερικάνοι δεν ξέρουν να διαβάσουν, ούτως ή άλλως. Εκπλήσσεται με τις κριτικές σκέψεις της, αλλά την ανακουφίζουν. Προτιμάει να σκέφτεται αυτές παρά τις φωτογραφίες στον αποτεφρωτήρα και τη μόνη λέξη που της είπε ο Φρανκ στα δέκα χρόνια, «ποδήλατο».

Το ίδιο απόγευμα στο σπίτι, η Κλάρα, αποπροσανατολίζεται όταν ο Πολ βάζει τον αλουμινένιο δίσκο μπροστά της. Τα ζεσταμένα στο φούρνο μικροκυμάτων πολύχρωμα λαχανικά και οι πατατοκρεατόπιτες μυρίζουν ωραία, αλλά ξέρει ότι θα έχουν γεύση χαρτιού, πάντα έχουν. Εύχεται για μια σύντομη στιγμή, να μην την είχε αφήσει ποτέ ο παππούς της να γευτεί ανεπεξέργαστα φαγητά, να μην της είχε πει ποτέ για άλλα μέρη, και να μην είχε πει ποτέ ο Φρανκ αυτή τη λέξη, «ποδήλατο».

«Κλάρα, τι;» λέει ο Πολ, με ανησυχία στη φωνή του.

Κοιτάζει πάνω. «Τι;»

«Τι είναι αυτό;» ο Πολ δείχνει τις μουντζούρες που έχει κάνει στην χαρτοσακούλα από τα λαχανικά πάνω στο τραπέζι.

Η Κλάρα κοιτάζει τη σακούλα. Δύο ρόδες, που συγκρατιούνται μαζί κάπως από ένα τρίγωνο και μια κάθετη ράβδο και ένα λοστό από πάνω για να κρατιέσαι. Πως, αναρωτιέται, έγινε αυτό; Και θα το έκανε η κίνηση πιθανό να ισορροπεί;

«Κλάρα;» η φωνή του Πολ πάλι, θυμωμένη αυτή τη φορά. «Που είδες ένα ποδήλατο;»

«Ποδήλατο...» είπε η Κλάρα δυνατά τη λέξη για πρώτη φορά.

«Που το είδες;» επέμεινε ο Πολ: «Υπάρχουν λόγοι που απομακρύνθηκαν από τη συνείδηση του κόσμου.»

«Τι ήταν;»

«Τι;»

«Οι λόγοι.»

Ο Πολ έτριψε το σβέρκο του. «Δεν θα έπρεπε να συζητάμε έτσι». Υπάρχει ένα ν ανάμεσα στα φρύδια του «Ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που αφαίρεσε η Κυβέρνηση του Λαού. Απλά ήταν πολύ επικίνδυνα.»

«Φαίνεται να είναι δύσκολο να μείνουν όρθια»

«Οι άνθρωποι τα κατάφερναν παρόλα αυτά,» λέει ο Πολ. «Και πήγαιναν σε διάφορα μέρη.» Εστίασε τα σκούρα μάτια του πάνω της. «Οποιοσδήποτε μπορούσε να έχει ένα ποδήλατο. Έγινε πολύ δύσκολο να παρακολουθείς τους ανθρώπους. Δεν καταλαβαίνεις αυτά τα πράγματα, Κλάρα. Οι ποδηλάτες δεν χρειάζονταν την κρατικά ελεγχόμενη δημόσια συγκοινωνία, ή τις επιχορηγούμενες τροχιοαυτοκινητο μπαταρίες. Στην πραγματικότητα, εκτός από την δική τους ικανότητα, δεν υπήρχε όριο στο τι μπορούσαν να κάνουν. Μπορείς να καταλάβεις σε τι χάος οδήγησε αυτό, πλήρης αναρχία. Ακόμα και οι άνεργοι μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν. Οπουδήποτε.»

«Μμμ» μουρμούρησε η Κλάρα. «Είναι αυτό τόσο άσχημο;» Σχεδόν χαμογελάει μέχρι που θυμάται τον Πολ και τη ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια του.

«Δεν είσαι ο εαυτός σου Κλάρα» λέει ο Πολ, και ακούγεται πιο ανήσυχος από ότι θυμωμένος τώρα. Τις φέρνει ένα ηρεμιστικό και ένα ποτήρι νερό. «Να, πάρε αυτό και μην το σκέφτεσαι αυτό πια. Τα ποδήλατα ήταν υπεύθυνα για την πτώση της προηγούμενης τάξης. Είμαι σίγουρος ότι συνειδητοποιείς τη σοβαρότητα του προβλήματος.»

Για πρώτη φορά από τότε που ο Πολ άρχισε να δουλεύει στο Κυβερνητικό Κέντρο, οι μικροσκοπικοί αριθμοί που είχαν γίνει τατουάζ στο μέτωπο του έκαναν την Κλάρα να ανατριχιάσει. Ποιός είναι, αναρωτιέται, βάζοντας το ηρεμιστικό στη γλώσσα της. Αλλά σύντομα σταματάει να αναρωτιέται. Η ανησυχία και ο φόβος αρχίζουν να παρασύρονται. Τα γεγονότα της ημέρας μοιάζουν με μακρινό όνειρο. Ανακουφισμένη, η Κλάρα, κάθεται στον καναπέ δίπλα στον Πολ για να δει τις Κυβερνοειδήσεις.

Το επόμενο πρωί είναι πάλι πίσω, η ταραχή και η ανησυχία. Ξέχασε να φέρει ηρεμιστικά στη δουλειά.

Τα μάτια της Κλάρας συναντάνε του Φρανκ όταν τον χαιρετάει και φαντάζεται κάτι πάνω του, μια ερώτηση ίσως. Το αποτινάζει, σαστισμένη.

Υπάρχει κι άλλη δουλειά για να γίνει με τα περιοδικά στα βόρεια ράφια. Η Κλάρα δουλεύει πιο αργά σήμερα. Δεν μπορεί να σταματήσει να κρυφοκοιτάζει τα εξώφυλα των περιοδικών, αναρωτόμενη τι κρατάει τους τροχούς του ποδηλάτου στο σκελετό. Αν είχε ένα ποδήλατο, αναρωτιέται, θα μπορούσε να το καβαλήσει; Το μικροσκοπικό κάθισμα δείχνει άβολο. Και φαίνεται ότι πρέπει να σπρώχνεις και τα δύο πατάκια με τα δύο σου πόδια ταυτόχρονα. Εντούτοις, σκέφτεται αυτό που είπε ο Πολ –με ένα ποδήλατο, μπορείς να πας Οπουδήποτε.

Η Κλάρα σπρώχνει το γεμάτο καρότσι προς το δωμάτιο αποτέφρωσης, αλλά οι τροχοί γυρνάν νωθρά. Η ιδέα του να πετάξει τα περιοδικά μέσα στη φωτιά της ανακατεύει το στομάχι.

Κόβει από τον θολωτό βόρειο προθάλαμο και όπως πάντα, τα μάτια της σταματάν για λίγο στην επιγραφή στον τοίχο, «Η Γνώση είναι Δύναμη». Δεν καταλαβαίνει τις λέξεις, αλλά όπως και η ανατολή και η φωτογραφία του ποδηλάτου, την ξεσηκώνουν. Όλα φαίνεται να την ξεσηκώνουν αυτές τις μέρες.

Όταν φτάνει στο δωμάτιο αποτέφρωσης, ξεχνάει να χαιρετήσει τον Ντάμιαν και σχεδόν τουμπάρει το καρότσι στα μέσα του δωματίου. Σκύβοντας για να μαζέψει τα περιοδικά που χύθηκαν από την άκρη, αισθάνεται τα μάτια του Φρανκ να καρφώνονται πάνω της από πίσω. Πως ήρθε εδώ τόσο γρήγορα;

Θέλει να ουρλιάξει. Αντί γι’ αυτό δουλεύει, σπρώχνοντας το άδειο καρότσι της προς τα βόρεια ράφια.

Ο Φρανκ την προσπερνάει στα δέκα μέτρα που είναι ελεύθερα από κάμερες. «Το ποδήλατο» λέει, επιβραδύνοντας όταν πατάνε στην ασφαλή ζώνη. «Είδα τον τρόπο που το κοίταζες. Είσαι Αεικίνητη.» Το λέει σαν να μιλάει για ένα κίνημα... Οι Αεικίνητοι.

«Αεικίνητη;» ρωτάει, αλλά έχει επιβραδύνει επίσης για να δώσει στον Φρανκ περισσότερο χρόνο να μιλήσει.

«Το ποδήλατο, μπορεί να ξαναφτιαχτεί.» Ο Φρανκ μίλαγε γρήγορα τώρα. «Έχω ένα φίλο με έναν υπολογιστή –είναι ένα μηχάνημα που μπορεί να μεταφέρει πληροφορίες σε νανοδευτερόλεπτα. Του δίνω πληροφορίες και εικόνες από τα ράφια που δουλεύω τώρα και τα διαδίδει σε όλη τη χώρα. Τα περισσότερα είναι μικρά και ασήμαντα, πράγματα που μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς, αλλά το ποδήλατο... θα ήταν επαναστατικό. Φαντάσου!»

Ο Φρανκ σταματάει για μια στιγμή και καθαρίζει τη φωνή του. «Νομίζω ότι με παρακολουθούν, παρά ταύτα. Δεν νομίζω ότι μπορώ να το ρισκάρω, όχι με το ποδήλατο.»

Έχουν φτάσει στο τέλος των δέκα μέτρων και όσο ξαφνικά όσο άρχισε να μιλάει, τόσο ξαφνικά ο Φρανκ σταματάει. Η πληκτική έκφραση στα μάτια του επιστρέφει. Πως ξέρει ο Φρανκ ότι δεν θα τον δώσει, αναρωτιέται. Ίσως να το κάνει. Πρέπει να το κάνει. Ή ίσως πρέπει απλώς να το πει στον Πολ. Αλλά παρόλο που δεν το καταλαβαίνει, υπάρχει κάτι σε αυτά που είπε ο Φρανκ που κάνει την ανατριχιάζει με λαχτάρα και ξέρει ότι δεν θα τον προδώσει. Θέλει να δούνε οι άνθρωποι αυτό το δίτροχο μηχάνημα, αλλά ακόμα περισσότερο, θέλει να καβαλήσει ένα, να κάτσει στην αστεία θέση, να κρατήσει τα στρογγυλά χερούλια, τα πόδια της να μην ακουμπάν το έδαφος.

Η Κλάρα κινείται αυτόματα ανάμεσα στα ράφια και το καρότσι, σηκώνοντας, τοποθετώντας....... «Δεν νομίζω ότι μπορώ να το ρισκάρω» είπε ο Φρανκ. Αλλά η Κλάρα μπορεί, σκέφτεται. Κανένας δεν έχει τα μάτια του πάνω της.

Την επόμενη φορά που φτάνουν στην ασφαλή διαδρομή, χωρίς να μιλάνε, το έχουν σχεδιάσει έτσι ώστε να μπούνε πλάι-πλάι.

«Θέλω» λέει η Κλάρα, χωρίς να είναι ακριβώς σίγουρη τι θέλει ακριβώς να κάνει.

Ο Φρανκ νεύει. Φαίνεται να ξέρει. «Στην επιστροφή», λέει.

Επιστρέφοντας από το δωμάτιο αποτέφρωσης, η Κλάρα είναι ταραγμένη.

Μόλις βγαίνουν από την ζώνη που επιτηρείται από τις κάμερες, ο Φρανκ βγάζει ένα περιοδικό από το πουκάμισο του. Η Κλάρα τη χώνει κάτω από τη φόρμα της. «Οι ανιχνευτές δεν θα...» ξεκινάει.

«Οι ανιχνευτές δεν ανιχνεύουν χαρτί» ψιθυρίζει ο Φρανκ. Προφανώς δεν ανησυχούνε για κλοπές χειρόγραφων.» Δείχνει ωραίος όταν χαμογελάει. «Οδός Κάναλ 548» λέει. Κατέβα από το λεφωρείο στη γωνία των δρόμων Όλα και Τίποτα. Είναι το κτίριο στα αριστερά σου. Ζήτα τον Λένι.»

«Το όνομά μου είναι Κλάρα» λέει η Κλάρα πριν περάσουν τη γραμμή.

Ο Φρανκ χαμογελάει ξανά. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο του κάνουν ένα λεπτό δίχτυ γύρω από τα μάτια του. «Το ξέρω» λέει.

Ο Λένι είναι νέος, τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερος από αυτήν. Φοράει μια στολή δημοσίου υπαλλήλου και όπως και ο Πολ, έχει έναν αριθμό τατουάζ στο μέτωπό του. Είναι μια παγίδα; Η Κλάρα δυσκολεύεται να αναπνεύσει.

Σχεδόν πριν περάσει το κατώφλι, ο Λένι κλείνει την πόρτα πίσω της. Σηκώνει το πουκάμισό του και δείχνει το στομάχι του. Παίρνει μερικές στιγμές της Κλάρας για να καταλάβει ότι θέλει να βγάλει το περιοδικό. Συνειδητά προσπαθεί να το βγάλει χωρίς να του δείξει καθόλου δέρμα. Αλλά ο Λένι δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτήν. Τα μάτια του είναι στο περιοδικό. «Ω γαμώτο» λέει, κρατώντας το περιοδικό πάνω από το κεφάλι του. Αυτή αναπηδάει, παιχνιδιάρικα σε αυτή τη χρήση της απαγορευμένης έκφρασης. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια!» φωνάζει ο Λένι. «Επιτέλους!» Έπειτα κάνει κάτι απρόσμενο. Γυρίζει και την αγκαλιάζει, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του. «Συγνώμη» λέει, μόλις παρατηρεί τη δυσφορία της. «Έλα, θα σου δείξω κάτι.»

Ο Λένι την οδηγεί σε ένα μικρό δωμάτιο. Στην γωνία πάνω σε ένα γραφείο κάθεται ένα μηχάνημα με ένα μεγάλο φωτισμένο τετράγωνο.

«Πρώτα, σκανάρουμε αυτό» λέει ο Λένι, εργαζόμενος γρήγορα, κινώντας ένα χειροκίνητο μηχανηματάκι κατά πλάτος του περιοδικού. Ένας δυνατός ήχος από τον δρόμο έξω τους κάνει να αναπηδήσουν. «Πρέπει να βιαστούμε» λέει ο Λένι. «Έφτιαξαν την κάμερα στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.»

Η Κλάρα σταματάει να αναπνέει. Ένας πνιχτός ήχος έρχεται από το στόμα της αλλά ο Λένι δεν φαίνεται να προσέχει. Συνεχίζει να σκανάρει και φωτογραφίες από ποδήλατα τρεμοσβήνουν φευγαλέα στην οθόνη, η μία μετά την άλλη. Ο θόρυβος από το δρόμο γίνεται όλο και πιο δυνατός. Βηματισμός, είναι ήχος βηματισμού. Οι σκέψεις της Κλάρας σκορπίζονται. Πότε έφτιαξαν την κάμερα; Ξέρουν που είναι;

«Μόλις πατήσω αυτό το κουμπί» λέει ο Λένι, αγνοώντας έναν τρομακτικό βρόντο από την μπροστινή πόρτα που σχεδόν πνίγει τη φωνή του «αυτά τα διαγράμματα και οι εικόνες θα μοιραστούν σε πάνω από πέντε εκατομμύρια ανθρώπους. «Τρίβει τα μάτια το. Ο ήχος είναι εκεί. Η Κλάρα γυρίζει και παρακολουθεί καθώς κρανοφόρες στρατιωτικές δυνάμεις εισβάλουν στο δωμάτιο.

«Πάτα το» λέει, κοιτάζοντας στα μάτια τον Λένι, η φωνή της είναι σπασμένη. «Πάτα το κουμπί, σε παρακαλώ.»

Ο Λένι πατάει το κουμπί, ελαφρά, και οι εικόνες φεύγουν από την οθόνη. Τα μάτια του είναι ακόμα στην Κλάρα, σαν να μην είναι και οι δύο σε αυτό το δωμάτιο, αλλά κάπου αλλού.

Οπουδήποτε... σκέφτεται η Κλάρα καθώς οι στρατιώτες βγάζουν τα όπλα τους και αρχίζουν να πυροβολούν.

Αξιολόγηση: 
0
Η αξιολόγηση σας: Κανένα
0
0 ψήφοι