
Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ
...δυο μέρες τώρα γίνεται ο ύπνος μου ένα φριχτό πλεούμενο με ξύλα που τριζοβολούν κι η πίσσα στις χαραμάδες τους με τα στουπιά δεν σωπαίνει τους τριγμούς, και πάνω σε τούτο το παράξενο πλεούμενο ταξιδεύουν επίμονα όνειρα σαν αλήθειες, που σ’ έχουν μέσα τους...δεν μ’ έσωσε η σκοτεινιά του βυθού...δεν μ’ έσωσαν οι διόμιση χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα...την μια κρούεις τη θύρα μου, στο στεριανό μου σπίτι, την ανοίγω κι η θεόρατη θωριά σου καταλαμβάνει το άνοιγμά της, το φράζει, μεριάζω και μπαίνεις στο σπίτι, είμαι μια σταλιά εμπρός σου, γεμάτη έκπληξη αναφωνώ “ήμαρτον Θεέ μου”, δεν με σώζει Εκείνος, όσο κι αν τον καλώ, σκύβεις, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά κι εκεί ξυπνώ κι ως μ’ έχει πάρει ο ύπνος πάνω σε κάτι βράχια, γύρω μου ταξιδεύουν κάθε λογής υδρόβια πλάσματα, μα εγώ αγαπώ τα αλογάκια με το σκληρό τους δέρμα, όπως των χεριών μου... την άλλη είμαι στο δωμάτιο κάποιου σπιτιού, πάνω στη στεριά, στεγνό δωμάτιο, ζεστό, καλοκαιρινό, μ’ ένα μεγάλο κρεβάτι στρωμένο με καθαρά μυρωδάτα κάτασπρα σεντόνια, το σώμα σου τεράστιο πάνω του το γεμίζει υπέροχα, εγώ πάλι μια σταλιά, γέρνω πάνω στο γυμνό σου σώμα, γυμνή κι εγώ, που δεν γνωρίζω τις συνήθειές του, δεν γνωρίζω τις ιδιαιτερότητές του, πού νάναι άραγε η μαύρη ελιά σε σένα, δεν γνωρίζω, η Πηνελόπη ήξερε του Οδυσσέα τα σημάδια, εγώ δεν ξέρω τα δικά σου και ντρέπομαι, εσύ δεν κοιτάς εμένα, βολικό να ξεθαρρεύω, γιατί μάτια καρφωμένα στα μάτια, θεριεύει η ντροπή...μόλις όμως το μάγουλό μου ακουμπήσει το μπράτσο σου , έτσι απλά και οικεία σαν από πάντα, τότε ξυπνώ και βλέπω τον ήλιο ν’ απαυγάζει στο σήκωμά του και να διαπερνάνε οι ακτίνες του το νερό σαν σφαίρες και νάρχονται ΄δω κάτω στις σκοτεινές μου κάμαρες των βράχων και θέλω να πλαταγίσω την ουρά μου με δύναμη, να βγω στον αφρό, μα φοβάμαι, μη και δεν βρω κανέναν να μ’ απλώσει το χέρι κι είναι μακριά η φάση του φεγγαριού που κάνει πόδια την μακριά σκοτεινή ουρά μου κι η λαχτάρα της στεριάς γίνεται τρομαχτική εδώ κάτω στα υγρά ταξίδια μου...