Καλοκαίρι- η εισβολή στο Λίβανο μαίνεται και ο κόσμος που έχει μείνει Αθήνα κατεβαίνει για διαμαρτυρία, θέλει να κάνει κάτι γι’ αυτή την αδικία.
Θα κατέβουν κι οι γονείς μου στην πορεία, αλλά αποφασίζω να το αγνοήσω και να κατέβω ξεχωριστά- μονή εγώ και το ποδήλατο μου.
Με τα πολλά (δηλαδή όχι και τόσα) η πορεία τελειώνει και μιας και δεν ήταν τρομερά πολυπληθής τσουουπ...συναντώ τους γονείς. Όπως ήταν φυσικό μου προτείνουν -επιβάλουν σχεδόν- να γυρίσουμε όλοι μαζί «σαν οικογένεια». Εξυπακούεται λοιπόν ότι το ποδήλατο θα το έπαιρνα στα χέρια (δίπλα εννοώ).
Καθώς λοιπόν γυρνάμε, σταματάμε σε φανάρι μέχρι να ανάψει το πράσινο για τους πεζούς. Πράσινο. Έλα όμως που τη διάβαση την μπλοκαρει ένας τυπάκος-γιωταχις.
Σ.σ.: Ο βέλτιστος δρόμος για να φτάσεις απέναντι είναι γνωστό πως είναι ο κάθετος και ουχι ο τεθλασμένος: ζιγκ-ζαγκ, σαν το αμφιβόλου ποιοτητος συγκρότημα...
Αποφασίζω λοιπόν να δράσω ενάντια σ’ αυτόν που κατάφορα παραβίαζε τα δικαιώματα μου (αυτοδικία θαρρώ το λένε).
«Όχι κύριε! Πρέπει να μπει τέλος στον ατομικιστικό τρόπο σκέψης και κατ’ επέκταση ζωης...Και αν δεν το καταλαβαίνουν με το καλό- θα το καταλάβουν με το κακό- δεν μπορώ εγώ να την πληρώνω διαρκώς...» σκέφτηκα- το δέχομαι... ίσως με λίγο ερεθισμένα νεύρα.
Το ποδήλατο (με τα σιδερένια πετάλια) είναι το όπλο μου: το παίρνω και με παρομοιωδη ηρεμία του γρατζουνάω όλο τον προφυλακτήρα. Η πινακίδα του, μου αντιστάθηκε με επιτυχία (δυστυχώς).
Ο γιωταχης έχει μείνει άναυδος: δεν το πιστεύει! Μου φωνάζει «με χτυπάς και με κοιτάς?» (τι ρίμα θεέ μου...είναι ο νέος Φοίβος?)
«Ναι ρε» του απαντώ. Και εν μέσω βρισιών του εξηγώ το γιατί. (εντάξει δε μεγάλωσα και στις Βερσαλλίες- όταν τσαντίζομαι βρίζω)...
Ο μπαμπάς, που ως μπαμπάς αισθάνθηκε την ανάγκη να προστατέψει το βλαστάρι του, μπήκε μπροστά και έτσι ψιλοσταματησε χωρίς χειροδικίες η όλη φάση. Το μόνο που άκουγα ήταν τον γιωταχι να φωνάζει «μάζεψε το κωλοπαιδι σου» και το αναφέρω μόνο και μόνο γιατί αν σκεφτείς ότι είμαι 20+ πααρα πολύ, είναι αστείο.
Τελος ιστορίας: ο μπαμπάς αν και με υπερασπίστηκε διαφωνούσε μαζί μου. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα κίνητρα μου. Μιλούσε για πρωτεύοντα και δευτερεύοντα: «Δεν κατεβηκαμε στο δρόμο για να υπερασπιστούμε τις ρίγες του (σ.σ. την διάβαση πεζών)» μου έλεγε...
field_vote:
0 ψήφοι