Λογοτεχνία

Λογοτεχνικά Κείμενα σχετικά με το ποδήλατο

Ο κοσμος καιγεται και γω...

Καλοκαίρι- η εισβολή στο Λίβανο μαίνεται και ο κόσμος που έχει μείνει Αθήνα κατεβαίνει για διαμαρτυρία, θέλει να κάνει κάτι γι’ αυτή την αδικία.
Θα κατέβουν κι οι γονείς μου στην πορεία, αλλά αποφασίζω να το αγνοήσω και να κατέβω ξεχωριστά- μονή εγώ και το ποδήλατο μου.
Με τα πολλά (δηλαδή όχι και τόσα) η πορεία τελειώνει και μιας και δεν ήταν τρομερά πολυπληθής τσουουπ...συναντώ τους γονείς. Όπως ήταν φυσικό μου προτείνουν -επιβάλουν σχεδόν- να γυρίσουμε όλοι μαζί «σαν οικογένεια». Εξυπακούεται λοιπόν ότι το ποδήλατο θα το έπαιρνα στα χέρια (δίπλα εννοώ).

Τι ήξερε από αγάπη!




Τι ήξερε από αγάπη!
Τι ήξερε γενικά!

Συμπέρανα από τα αρχικά «Β.Ο» που ήταν γραμμένα μέσα σε μια πρόχειρα ζωγραφισμένη καρδιά πάνω στο σημειωματάριο της, ότι ήταν τσιμπημένη με τον Βανς Όμπερντικ .

Αυτό το συγκεκριμένο κορίτσι, η Τζούλι, απέχει πολύ από το να είναι ισάξια μου νοητικά. Οι εργασίες της, στην καλύτερη, παίρνουν ένα «+». Οι δικές μου από την άλλη πάντα γίνονται θέμα συζήτησης από την δασκάλα μας.

Και ο Βανς Όμπερντικ είναι απλά ένας καραγκιόζης. Είναι καραγκιόζης με κάπα κεφαλαίο. Μαραζώνει στην τρίτη θέση στα μαθηματικά, ενώ εγώ θριαμβεύω στην πρώτη. Είναι θέμα ρουτίνας τα γραπτά μου να παίρνουν αυτοκόλλητα και αστεράκια, ενώ τα δικά του, είναι θέμα ρουτίνας να γράφουν μόνο «ξανακοίταξε το».

Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να με νοιάζει αν κάθονται μαζί την ώρα της μελέτης; Αν μιλάνε στο τηλέφωνο, αν πάνε βόλτα ή αν θα παντρευτούν;

Μάλιστα, εκεί είναι το θέμα. Το σύμφυτο πρόβλημα του να είσαι στην πέμπτη δημοτικού και να έχεις την εξυπνάδα ενός γυμνασιόπαιδου, είναι ότι ενώ έχω την διανοητική ικανότητα να αναγνωρίζω τα λάθη των νεανικών μου συναισθημάτων, μου λείπει η αναπτυσσόμενη ωριμότητα ώστε να τα αντιμετωπίσω.

Έτσι παρά την ολοφάνερη διαφορά στον δείκτη ευφυΐας μας, πιάνω τον εαυτό μου απόλυτα γοητευμένο από την Τζούλι. Καμιά φορά, αντί να συγκεντρωθώ στον πίνακα, συγκεντρώνομαι στις ροζ κορδέλες που πιάνουν πίσω τα μακριά μελιά σγουρά μαλλιά της.

Θέλω να πιστεύω πως είμαι υπεράνω πάσης ζήλιας, αλλά όταν βλέπω τον Βανς να πεταλάρει νωχελικά το δεκατάχυτο φιγουρατζίδικο ποδήλατο του δίπλα της μετά το σχολείο, με πιάνει αλλεργία. Πεταλάρωντας και λέγοντας ατάκες από διάφορες κωμωδίες. Σίγουρα παρακολουθούσε κι εκείνη τις ίδιες σειρές ,και παρόλα αυτά χαχανίζει.

Αφηρημένος Ποδηλάτης

Ένα βράδυ, ήμουν με φίλους μου σε ένα καφέ, και είχα κλειδώσει κανονικά το ποδήλατό μου σε έναν στύλο, ορατό από όλους στο καφέ, όπου και το κλειδώνω σχεδόν πάντα όταν είμαι σε εκείνη την περιοχή. Επειδή, όμως, έκλεινε το καφέ εκείνη την ώρα, θα πηγαίναμε όλοι μαζί κάπου αλλού, έτσι ξεκλείδωσα το ποδήλατο και το πήρα στα χέρια μέχρι να κάστο πεζοδρόμιο, πίσω από μια γλάστρα (ψηλή) που ήταν δίπλα στο τραπέζι μας, για να το πάρω όταν θα φεύγαμε. Το θέμα είναι ότι ξεχάστηκα τελείως, γιατί μιλούσαμε και μιλούσαμε, και είπαμε να πάμε Κηφισιά, και μέσα στο κλίμα της νεανικής "τρέλας", ούτε που μου πέρασε από το μυαλό. Έτσι, πήγαμε Κηφισιά, κάναμε την βόλτα μας, και μετά ένας φίλος μου με ρώτησε αν ήθελα να κοιμηθώ σπίτι του, επειδή έμενε κοντά κλπ. Εγώ είπα ναι, και έτσι κοιμήθηκα εκεί. Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε κανονικά, και πήγα στη στάση του λεωφορείου, πήρα το λεωφορείο, και ξαφνικά, στην μέση της διαδρομής, μου έρχεται flashback: "ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ!!!!" και αμέσως συνειδητοποιώ τι είχα κάνει... μην μπορώντας να κάνω πιο γρήγορα, απλά περίμενα ψύχραιμα μέχρι να κατέβω από το λεωφορείο. Με το που κατέβηκα, άρχισα να τρέχω σαν τρελός προς το καφέ, αγωνιώντας μήπως και δεν το δω εκεί, και τι θα κάνω, και τι θα πω στους γονείς μου και ένα σωρό τέτοιες βλακείες. Τελικά, έφτασα έξω από το καφέ, και προς μεγάλη μου έκπληξη, το ποδήλατό μου ήταν ακόμα εκεί, ούτε που το είχε κουνήσει κανείς. Αργότερα κατάλαβα ότι, όποιος και να περνούσε από εκεί σκεπτόμενος να το πάρει, αφού δεν ήταν κλειδωμένο, θα μπορούσε να είναι οποιουδήποτε ανθρώπου που να κάθεται στο μαγαζί, κάποιου που πήρε να πάρει τσιγάρα απέναντι, ή κάποιου που απλώς πήγε τουαλέτα και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βγει. Συνεπώς, δεν επιχείρησε κανείς να το πάρει (μπορεί, από την άλλη, και να μην έτυχε να περάσει από εκεί κάποιος που να θέλει να το πάρει, αλλά αμφιβάλλω).

TAMING THE BICYCLE original

TAMING THE BICYCLE

Δαμάζοντας το ποδήλατο

In the early eighties Mark Twain learned to ride one of the old
high-wheel bicycles of that period. He wrote an account of his
experience, but did not offer it for publication. The form of bicycle he
rode long ago became antiquated, but in the humor of his pleasantry is a
quality which does not grow old.

A. B. P.

I

I thought the matter over, and concluded I could do it. So I went down a
bought a barrel of Pond's Extract and a bicycle. The Expert came home
with me to instruct me. We chose the back yard, for the sake of privacy,
and went to work.

Mine was not a full-grown bicycle, but only a colt--a fifty-inch, with
the pedals shortened up to forty-eight--and skittish, like any other
colt. The Expert explained the thing's points briefly, then he got on
its back and rode around a little, to show me how easy it was to do. He
said that the dismounting was perhaps the hardest thing to learn, and so
we would leave that to the last. But he was in error there. He found,
to his surprise and joy, that all that he needed to do was to get me on
to the machine and stand out of the way; I could get off, myself.
Although I was wholly inexperienced, I dismounted in the best time on
record. He was on that side, shoving up the machine; we all came down
with a crash, he at the bottom, I next, and the machine on top.

We examined the machine, but it was not in the least injured. This was
hardly believable. Yet the Expert assured me that it was true; in fact,
the examination proved it. I was partly to realize, then, how admirably
these things are constructed. We applied some Pond's Extract, and
resumed. The Expert got on the OTHER side to shove up this time, but I
dismounted on that side; so the result was as before.

The machine was not hurt. We oiled ourselves again, and resumed. This
time the Expert took up a sheltered position behind, but somehow or other

contact