
θα μείνω στην πόλη,
στην καρδιά της,
με τα μαγαζιά και τις μαρκίζες τις σβηστές,
τις βιτρίνες που φτηναίνουν όσο πάει,
τους τοίχους που ξαλάφρωσαν στομάχια
και ουροδόχες κύστεις
απ’ τα φτηνά ποτά...
και τις γυναίκες που αφήνονται
δοχεία
σε δυσανορεχτικά χέρια και πέη...
στην πόλη
που μια δίψα ακόρεστη για όλα
αναμοχλεύει τα κράσπεδά της...
θα μπαίνω στα τρένα της
με τους ζητιάνους
που φωνάζουν βαρετές ιστορίες
μιας ψεύτικης τραγικότητας...
στα λεωφορεία θα μπαίνω
που σμίγουν ιδρώτες
μιας κουρασμένης μυικής σύσπασης επί ματαίω...
θα μείνω εκεί
που με σπρώχνει
ο αγκώνας της εξαθλίωσης με βία
εκεί που μου γνέφει το ψεύτικο σουξέ,
σαν ξανθό μαλλί από βαρύ οξυζενέ...
δεν πρέπει να ξεχαστώ σε καμιά φρούδα ευφορία
θα μείνω εκεί
μαζί με τα τελευταία πουλιά
που επιμένουν να λαλούν στο κάθε ελπιδοφόρο χάραμα...
μαζί με τους γάτους και τους σκύλους
που κάποιος στείρωσε για να τελειώνουμε με δαύτους...
στην πόλη που κανείς δεν νοιάζεται για κάτι...
στην πόλη της πλήρους αποδοχής...
εκεί θα μείνω...
εκεί που έχει σφυγμό θα μείνω...
τρελό και ξέφρενο σφυγμό...
απελπισμένο σφυγμό...
ολοφάνερο σφυγμό
γρήγορο σαν αίμα που βλέπεις να ρέει
χείμαρος σε μια διάφανη αρτηρία
εγώ η κάμπια-χρυσαλίδα...
απολαμβάνω το ωραίο σου ποίημα που μου ξεκινά τη νοσταλγία
για την Αθήνα...
Εύχομαι να ζείτε εύκολα
Σας εύχομαι κάθε καλό
Κωστάνζα μου, σ’ ευχαριστώ! Άργησα λίγο αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ!
....και με εκφράζει πολύ.
Χαίρομαι που το έγραψες,
αυτό που νιώθω
όταν βρίσκομαι στους δρόμους
αυτής της πόλης....
Διαδρομές του μυαλού και της καρδιάς.
σ’ ευχαριστώ...χαίρομαι που βρήκες κάτι δικό σου...