
Ξεκιναμε λοιπόν με νέο τίτλο αυτό το φόρουμ με το ποίημα της Μάτσης Χατζηλαζάρου για ’κείνον.
Ας καταθέτει λοιπόν, όποιος νιώθει την ανάγκη το τάμα του στον έρωτα με κάθε τρόπο που θέλει και μπορεί...σε τούτο εδώ το Θυσιαστήριο.
Το’κλεψα απ’ τη φίλη μου τη Ρ. που μας το’στειλε πρωΐ-πρωΐ...δεν άντεξα να μην το μοιραστώ...τόση ομορφιά...έτσι... για όσους έχουν γράψει ερωτικούς πόνους εδω μέσα...και είναι αρκετοί!
ΙΔΟΥ Η ΔΑΣΚΑΛΑ!!! Απολαύστε την!!!
Για ’κείνον με την αντρίκια φωνηματιά...
Categories:
Αξιολόγηση:
0 ψήφοι
Τι ωραία που γράφει.. Γιατί χώρισαν αφού τους είχε φάει ο έρωτας;;
Άβυσσος, γιατί κανείς αφήνει ό,τι τον πηγαίνει στην ευτυχία... Δεν το έχω ψάξει για τους δυό τους, θα μπορούσα απ’ τα μέσα που λέμε, αλλά δεν το κάνω για να μην απελπιστώ...Ταυτίζομαι επικίνδυνα σε τέτοιες περιπτώσεις... Στην άλλη μου ζωή ίσως ήμουν προξενήτρα ή πάντως άγγελος των ερωτευμένων, ή αν δεν ήμουν θα ήθελα να είμαι η προστάτις των βαθειά ερωτευμένων που κινδυνεύουν σε ωκεανούς ματαιότητας και ηλιθιότητας, γιατί ο βίος βραχύς γμτ... και ο έρωτας πολύτιμο δώρο, όταν υπάρχει...(πέντε χρόνια ζήσανε μαζί, θα’θελα να έβρισκα τη συναστρία τους)...
Μπα ...Δεν χρειάζονται συναστρίες.. Χωρίσανε γιατί απλούστατα τους έφαγε ο έρωτας. Για αυτό χωρίζουν και τα περισσότερα ερωτευμένα ζευγάρια, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, όπου έχουν τις εμπειρίες και την ωριμότητα να στήσουν και τίποτα άλλο. Εκείνοι που μένουν μόνον στον έρωτα, μόλις τους φύγει αυτός, άντε γεια.
Η άποψη μου περί έρωτος είναι ότι είναι αυτό που φανταζόμαστε στους άλλους το οποίο είναι κατά 99.5% ( κατά φαντασίαν ) θετικό.
Η αγάπη είναι η αποδοχή αυτών που πραγματικά είναι οι άλλοι, που δεν έχει απαραίτητα μόνον θετικά χαρακτηριστικά.
Το λέει και στο κείμενο της η Μάτση Χατζηλαζάρου.. Είσαι το ένα του λέει, είσαι το άλλο, είσαι εκείνο, το φως μου, το έτσι μου, το άλλο μου.. Εκεί κάπου στην πενταετία, ( άργησε κιόλας μου φαίνεται) ξύπνησε και θα είδε όλα τα αρνητικά του μαζί..
Μόλις διάβασα ΑΥΤΟ
Υπογραμμίζω εκεί που μιλάει για το πώς γράφει...Πως ξεκινάει κατακεραυνωμένη από συναισθήματα και μετά χτενίζει ξανά και ξανά, για να αφαιρεί την πληθώρα προς ένα αποτέλεσμα κορύφωση αισθημάτων κι αισθητικής των λέξεων...Κι αυτό όμως όχι πάντα. Αναφέρει ποιήματα που είναι κοινώς “αχτένιστα”.
Δικός μου άνθρωπος η κ. Χατζηλαζάρου...
Απείρως την προτιμώ απ’ την λεξομανή νάρκισσο Ακαδημαϊκό κ. Κ. Δ., με το απείρως ευρύτερο θα έλεγα λαΪκό έρεισμα από εκείνο της κυρίας Χατζηλαζάρου...
όσο για το πώς και γιατί ή τι είναι το ποτάμι του έρωτα και που ο ωκεανός της αγάπης σμίγει την αλμύρα του με το γλυκό νερό του, δεν μπαίνει σε πλατφόρμες...Δεν πρέπει να μπαίνει σε πλατφόρμες. Να υποτασσόμαστε στις επιταγές της φύσης λέω εγώ...Κι όπου ο εκλεπτυσμένος εαυτός μας φράζει τα σμιξίματα της φύσης, εκεί θέλουμε ξύλο...κι όπως έλεγε και μια γυναίκα στις φεμινιστικές ομάδες μας εκεί στα τέλη του 70, κουράστηκα να ζευγαρώνω με διανοούμενους, θα ήθελα έναν χειρόνακτα...τα άλλα που έλεγε δεν τα λέω για να μην ευτελίσω την κουβέντα...
Επισημαίνω πώς οι φωτογραφίες απ’ το μήνα του μέλιτός τους δείχνουν δυο εξαϋλωμένους ανθρώπους, χαλαρούς, εκφραστικούς με βλέμματα γεμάτα μειδίαμα και ειλικρίνεια...τα σώματα χαλαρά κι ελεύθερα κι αυτά στα θερινά τους ρούχα...Μ’ αρέσει το άσπρο τυρμπανάκι της κ. Χατζηλαζάρου, τα καστανά αμυγδαλωτά της μάτια...το βλέμμα του Ανδρέα της, διεισδυτικό και καθαρό με τα ατίθασα μαλλιά του φουντωμένα...
Δεν ζηλεύω στη ζωή μου τίποτα...Αυτούς όμως, σ’ αυτές τις φωτογραφίες τους ζηλεύω βαθιά κι αθεράπευτα...
Ζηλεύω τα λόγια που έχουν ανταλλάξει κι ό,τι άλλο που δεν λέγεται ανοιχτά και ρεαλιστικά, αλλά υπονοείται στις πτυχές των ύμνων του ενός προς τον άλλον...
Πεθαίνω από ζήλεια...
Το θέμα δεν είναι να σου δωρίζει κάποιος τα λόγια ενός ποιητή...Το θέμα είναι ο έρωτας ή ό,τι είναι αυτό τέλος πάντων να βάζει στη γλώσσα του δωρητή, χείμαρρους αληθινής ομορφιάς αισθημάτων και αισθήσεων προς τον δωρούμενο...
Γιατί τους ζηλεύεις; Που ξέρεις τι λόγια έχουν ανταλλάξει ή τι έχουν κάνει μεταξύ τους; Οι φωτογραφίες και δη τέτοιου είδους, είναι συνήθως σκέτη παραπληροφόρηση.
Φιλενάδα φοβάμαι ότι βλέπεις τα πράγματα μέσα από ένα φαντασιακό πρίσμα. Στην πραγματικότητα είναι συνήθως εντελώς διαφορετικά και οι επιταγές της φύσης μας, δεν έχουν να κάνουν και πολύ με την ποίηση. Έχουν να κάνουν με πολύ βασικά μας ένστικτα.
Ο Έρωτας με Ε κεφαλαίο δεν είναι μηχανιστική πράξη. Είναι αλληλένδετη με τη νοητική μας λειτουργία. Κι αν στην ενστικτώδη μας παρόρμηση δεν λειτουργεί καμμιά διανοητική ευχαρίστηση, εκεί το οικοδόμημα είναι τραπουλόχαρτα που καταρρέουν αργά ή γρήγορα. Εκεί όταν η μηχανική με τις δυνάμεις και τις τριβές, οι τεχνικές, οι πόζες και τα στησίματα της μιας και της άλλης εμπειρίας κι ό,τι άλλο θες τελειώσουν, τότε έρχεται το μέγα κενό.
Μερικοί χρειάζονται μερικά ποτήρια οινόπνευμα για να αντέξουν αυτό, που περιγράφεις σαν υπόθεση βασικών ενστίκτων, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να έχουν ή να δημιουργήσουν καν το άλλο...ήξερα κάποια, που είχε ένα διαζύγιο στην ζωή της κάπως παράξενο, έβγαινε δηλαδή απ’ αυτό νιώθοντας η ίδια ηττημένη κι από’κει που ήταν νοικοκυρά και σπιτόγατα, ξαφνικά κατέλυσε τα πάντα σε μια μέρα. Είχε κι ένα παιδί, που το τυχερό είχε μια γιαγιά, γιατί εκείνη ξαφνικά έδωσε χρόνο στον εαυτό της περισσότερο απ’ ό,τι στην προηγούμενη ζωή της και σ’ αυτό το πλαίσιο άλλαζε τους ερωτικούς συντρόφους σαν τα φουστάνια της.
Κάθε βράδυ κοιμόταν με διαφορετικό σύντροφο, αλλά πάντα μετά από γερές ουζοποσίες...ποτέ νηφάλια...κι έλεγε και τα χειρότερα την επομένη για τους πιο πολλούς εκ των υστέρων...
Λυπάμαι αλλά ο κυνισμός αυτός μόνο Έρωτας δεν είναι. Όσες ήττες και να φάει κάποιος, δεν μεταπηδάει σ’ αυτό, εκτός αν φοβάται το άλλο. Αυτό είναι η μέγιστη, η τεράστια βλακεία...Ας τρώει κανείς τη μια ήττα μετά την άλλη. Αρκεί να μη προδώσει αυτό που είναι ο ίδιος...
Πού υπάρχει η ποίηση σε όλα αυτά; Μα και μόνο στο γεγονός, ότι η ανθρώπινη φύση είναι συνυφασμένη με τη δημιουργικότητα. Είναι αδιαχώριστη απ’ τη δημιουργικότητα.
Μην κοιτάμε σαν φυσιολογικό το εξάμβλωμα που έχουμε καταντήσει, να αφαιρούμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο αυτή μας την ιδιότητα μέσα στις άχαρες κοινωνικές συνθήκες που βιώνουμε...
Θα’πρεπε στον αντίποδα, να οικοδομούμε σχέσεις με τεράστιες εντάσεις και δυνάμεις δημιουργικότητας κι ευαισθησίας...και δεν το κάνουμε...
Φοβόμαστε και κρατιόμαστε στην επιφάνεια, αγνοώντας τους θησαυρούς των βυθών...
Η ποίηση δεν είναι παρά ζωή. Όποιος διαχωρίζει την ποίηση απ’ τη ζωή, χάνει τεράστιες χαρές, για να μην πω ηδονές, που ίσως ακουστεί υπερβολικό...
Και δεν πρέπει να συγχέουμε την ποίηση που μπορεί να έχει μύριες όσες εκφάνσεις με τον ποιητικό λόγο, που ο ποιητικός λόγος απλά βάζει τα πράγματα στην αληθινή τους θέση...συνοψίζει την ομορφιά, αλλά και την ασχήμια, τον πόνο και την ευχαρίστηση...είναι τόσο συμπυκνωμένα δε που θα τα παρομοίαζα σαν ένα μπουκαλάκι αιθέριο έλαιο τριαντάφυλλου ας πούμε, που είναι απ’ τα πιο ακριβά να τα πάρει κανείς στην καθαρή τους μορφή...
Τι θα κάνουμε χωρίς ποίηση, αλλά τι θα κάναμε και χωρίς ποιητικό λόγο...
Δεν υπάρχει έρωτας ούτε με μικρό ούτε με κεφαλαίο.
Έχεις σκεφτεί ότι η κουλτούρα μας, μάς εκπαιδεύει να πιστεύουμε ότι υπάρχει;
Ότι μας τα ζαλίζουν από την παιδική μας ηλικία με όλα αυτά που υποτίθεται αφορούν τον έρωτα, από τους πρίγκιπες και τις πριγκίπισσες μέχρι τους Αγίους Βαλεντίνους, τα ρομάντζα, τις ταινίες κτλ κτλ κτλ. ( σκέψου μόνον πόσα πράγματα αναφέρονται στον έρωτα χωρίς να προσδιορίζουν τι είναι έρωτας τελικά).
Υπάρχει ολόκληρη κουλτούρα γύρω από τον έρωτα και από την δημιουργικότητα που υποτίθεται προκαλεί, και υπάρχει και η επιταγή να το ζήσουν όλοι, με τις προδιαγραφές που δίνονται, σαν κάτι φοβερό και τρομερό, λαμπερό και μοναδικό και άλλα τέτοια, ενώ τελικά οι περισσότεροι, ούτε εκεί βρίσκονται, ούτε εκεί στέκονται, και ακόμα και αν εκ παραδρομής βιώσουν κάτι τέτοιο, (γιατί έχουν φάει και την σχετική πλύση εγκεφάλου) δεν ξέρουν ούτε καν πως να το διαχειριστούν.
Πες μου εμένα ποιον γνωρίζεις από τον περίγυρο σου που μπορεί να σου πει περί απόλυτου Έρωτα, είτε εκπληρωμένου, είτε ανεκπλήρωτου.
Προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν, και ακόμα και εκείνοι που ισχυρίστηκαν ότι κάποτε ήταν ερωτευμένοι, είτε το απομυθοποίησαν στην πορεία, και ξενέρωσαν εν μία νυκτί, είτε το έζησαν και το έληξαν με τις χειρότερες των συνθηκών, που αν μη τι άλλο δεν είχαν καμία σχέση με τις όλο λάμψη, λουλούδια, "είσαι το ένα το άλλο" προδιαγραφές της αρχής.
Εκείνο που σίγουρα υπάρχει είναι πάθη, και ένστικτα. Και υπάρχουν εκείνοι που τα ικανοποιούν και είναι χορτασμένοι, οπότε μετά την ικανοποίηση τους, τα αφαιρούν από το μυαλό τους και πάνε παρακάτω, και υπάρχουν και εκείνοι που για διάφορους λόγους δεν τα ικανοποιούν ή το προσπαθούν ενώ δεν είναι και τόσο ευθυγραμμισμένοι με τα δικά τους θέλω, έτσι ενίοτε διαθλούν την σύγχυση τους μέσα από ένα φαντασιακό φίλτρο, που το ονομάζουν έρωτα. Μία καλή δικαιολογία δηλαδή για αποποίηση ευθυνών.. Ήμουν ερωτευμένος/νη και καλά τώρα..
Όποιος και όποια έζησε αυτά που ήθελε να ζήσει, χωρίς ηθικές, συναισθηματικές ή άλλες αναστολές, ευθυγραμμισμένος με τα θέλω του,δεν του λένε τίποτα τα περί έρωτος.
Το παράδειγμα που έφερες είναι άκυρο. Κάποια που πράττει από αντίδραση και μόνον, φυσικό είναι να πράττει υπό την επήρεια ουσιών, αλκοόλ ή οτιδήποτε άλλου. Αυτό όμως δεν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και αυτό που έκανε δεν ήταν απόπειρα να ζήσει κάποιον έρωτα ( όπως εννοείται σε γενικές γραμμές)..Ξεκαύλωμα ήταν.. ξεμπούκωμα απωθημένων.
Έχω γνωρίσει μπόλικο τέτοιο κόσμο. Που πράττει από αντίδραση και όχι γιατί πραγματικά γουστάρει αυτό που κάνει. Αλλά αυτές οι συμπεριφορές αφορούν άλλες συζητήσεις, ( πιο ψυχοπαθολογικού περιεχομένου
).
Η ποίηση είναι σκέτη ποίηση.
Για να δημιουργήσει κάποιος σχέσεις με τεράστιες εντάσεις και δυνάμεις δημιουργικότητας κι ευαισθησίας πρέπει να έχει την εμπειρία και την δύναμη για να το κάνει αυτό. Και αυτές δεν τις αποκτά κάποιος στην θεωρία και με ποίηση, αλλά στην πράξη και αφού έχει δοκιμάσει ότι (κυριολεκτικά) μπορεί.
Η ζωή είναι εμπειρία, δεν είναι θεωρία.
τώρα τι παρέμβαση είναι αυτή που θα κάνω δεν ξέρω.., μικρό ποιητικό διάλειμμα; off topic (εκτός θέματος..); on topic (στο θέμα και στην ουσία του); απορώ όπως ένας Ανδρέας από τους δύο στη ζωή της Μάτσης που ερωτοχτυπημένος γράφει :
ΑΠΟΡΙΑ
'Όταν άφησες τα καστανά μαλλιά σου
τα λυθούνε ως κάτω στους γοφούς,
όταν έγδυσες το κορμί σου
από τα περιττά
και κείνο πέταξε ουράνιο τόξο
γύρω στις ρόγες του στήθους σου
και γέμι' άσπρα τριαντάφυλλα
όλο το κορμί σου
και το λεπτό το διάφανο το πρόσωπό σου
κ' ήρθες και στάθηκες μπροστά μου
μ' εκείνο το αφάνταστο το φως μέσά στα μάτια σου
και μ' ένα θρίαμβο για την ασύλληπτη ομορφιά σου,
λυπήθηκα μόνο,
πώς δεν είχαμε καθρέφτη
μέσα στο πληχτικό δωμάτιο
για να καρφωθεί βαθιά μεσ' τον υδράργυρο
η εικόνα σου,
έστω και παροδικά,
κάπου ν' αποτυπωθεί
αυτή ή ύπαρξη σου
αυτή ή προσφορά...
για ναχει μαρτυριάτικα ή μνήμη μου
και πάντα να χαίρεται
πώς γνώρισε,
τα πιο δροσερά
τα πιο αγνά
τα πιο πλούσια
νερά του κόσμου.
Τώρα τα θυμάμαι αυτά τ' απογεύματα
τα μοναδικά.
Τα θυμάμαι κι αναρωτιέμαι
Αν, αυτά μαζί με τις νύχτες
και τα ξημερώματα,
τους κήπους και τα όνειρα
τα μπάνια στη θάλασσα,
τις φιλοδοξίες και τις αποτυχίες,
αν θα τα πάρουμε μαζί μας
Ή αν σαν το χρώμα
θα τ' αφίσουμε πίσω μας
σ' άλλα χέρια
γι' άλλη κατάνυξη
γι' άλλο σκοπό
τέλεια ξένο με την αρχική τους σημασία.
Ανδρέας Καμπάς
Ευτυχής από μια πολύ πρωτόγνωρη περιπλάνηση μόλις γύρισα και διαβάζω τα του Καμπά κι απαντώ σε συνδυασμό στο τεχνητό δίλημμα ζωή (πράξη) ή ποίηση (θεωρία).
Και της Μάτσης Χατζηλαζάρου το ποίημα και του Ανδρέα Καμπά όχι μόνο δεν στέκουν σαν θεωρίες να κοιτούν τη ζωή, αλλά όζουν ζωή και πράξη...
Δεν θα ήθελα να πω κάτι άλλο...Απλά ας αισθανθούμε...Ας οξύνουμε τις αισθήσεις μας. Τίποτε άλλο...
Τα γράφω αυτά συνεπαρμένη από ένα ταξίδι στην Τήνο. Εκεί που βρίσκεται όλη η κουλτούρα της γέννησής μου και της ονομασίας μου. Βαθιά συγκινημένη, για τους συντρόφους μου ποδηλάτες που άφησα πίσω, γιατί το σώμα μου μ’ εγκατέλειψε και λάκισα. Ίσως γράψω συγκεκριμένα αλλού...
Αγαπάτε απεριόριστα...Μη φοβάστε...Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα...Το ζω...Είμαι ευτυχής και μόνο που αγαπώ σιγά-σιγά όλους γύρω μου έτσι όπως είναι και πασχίζω να τους καταλάβω και να τους δεχτώ έτσι όπως είναι...Έρχεται πίσω αυτή η αγάπη...Όχι από όλους, αλλά έρχεται...Και δεν είναι θεωρία...
Δεν ονειροβατώ. Δεν φαντασιώνομαι. Το ζω... και είναι υπέροχο...σχεδόν μεθυστικό...
παρεμπιπτόντως το χωριό είναι Βόλαξ...Οι άνθρωποί του υπέροχοι, όπως και το ρακί τους, από σταφύλια κι όχι τσάμουρα, με μάραθο αρωματισμένο ελαφρά...εξαιρετική φαντασίωση να τα πίνεις με ανθρώπους που στο προσφέρουν και λένε τις ιστορίες τους σαν σε αδέρφια...στην Τήνο με τους καθολικούς της και τους ορθόδοξούς της, που γιορτάζουν αύριο...Στον υπέροχο Α. καθολικό αγόρι στα 33 του που αγαπήθηκε φευ με μια ορθόδοξη και η κακούργα μάνα της τους χώρισε πριν πέντε χρόνια γιατί δεν ήθελε τα εγγόνια της να γίνουν καθολικά κι ο Α. την λατρεύει ακόμα και χάνεται απ΄την μια αγκαλιά στην άλλη κάνοντας πως ζει με τις γυναίκες, ενώ καίγεται για την ορθόδοξη αγάπη του...
Κι άλλα πολλά μέσα σε μόλις τρεις μέρες...
Αχ βόρειες Κυκλάδες...Αχ Άντρο μου, Αχ, Τήνο μου!!! Τι ταξίδι. Το πήγαινε μέσα στον άπλετο ήλιο, το έλα μεσ’ το πούσι της νοτιάς...Εύχομαι οι φίλοι μου και δικοί μας άνθρωποι να τελειώσουν όμορφα το ταξίδι τους. Οι φίλοι μου...Οι καταπληκτικοί Φίλοι του Ποδηλάτου. Τι θα κάνω που δεν μπορώ να γίνω σαν κι αυτούς. Αλλώνισαν το νησί πάνω κάτω σαν να κάνουν βόλτα στην παραλιακή. Εγώ τι να πω! Δεν με βαστάει το σώμα μου γμτ... Ανίκανη να σταθώ δίπλα τους...Τεράστιοι σύντροφοι όμως. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Εκτός θέματος αλλά κι εντός πολύ ταυτόχρονα από μια άποψη...θεωρίας και ζωής...
θα μας χαρίσετε κάποιο ποίημα του Καμπά ;
....της Χατζηλαζάρου. Και βέβαια υπάρχει έρωτας.
Οι δε φωτογραφίες υπέροχες, στημένες ή όχι, αληθινές ή ψεύτικες, μου είναι αδιάφορο...
Είμαι κομματάκι obsessed, possessed. Θα το έλεγα ελληνιστί κοινώς μαγεμένη από έναν και μόνο άνθρωπο και είναι μονόπαντο για κακή μου τύχη...κι όταν λέω μαγεμένη το εννοώ. Πώς όταν το παγωμένο βλέμμα του ερπετού ακινητοποιεί, σχεδόν παγώνει το θύμα του πριν το χτυπήσει...κάπως έτσι.
Αυτό που δεν μπορείς να ακούσεις τίποτε άλλο, από όσα κινούνται και περιστρέφονται γύρω σου, δεν μπορείς να δεις τίποτε άλλο...Αυτό!
Μη με διεγείρεις να διαλέξω ερωτικά ποιήματα παρά πέρα, γιατί θα υπεισέλθει πάλι το αδυσώπητο φίλτρο της κατάστασής μου και θα παλινδρομήσω σε έμμεσες ομολογίες, μια μανία που με κατέλαβε πολύ έντονα στο blog των αισθημάτων μας, που μοιάζει σαν ανίατη για την ώρα και που θέλω όμως να κατασιγάσω...
Με τη Μάτση έχω ιδιαίτερη αγάπη. Είναι απ’ τα έργα που θα κουβαλήσω στο κιβούρι μου...για το τελευταίο, μακρυνό ταξίδι.
Γι’ αυτό και άνοιξα αυτό το φόρουμ...ας το κρατήσω απ’ την μεριά μου εδώ, για τον λόγο που εξήγησα...
Εσείς όμως, όσοι επιθυμείτε, αφήστε εδώ το “τάμα” σας περί ερωτικής ποίησης...
Ας γίνει ένας μικρός βωμός εδώ με αρχή το ποίημα της Μάτσης...
Θα προσπαθήσω ν’ αλλάξω και τον τίτλο του νήματος...Αλληλούϊα ερωτευμένοι...
Ένα ελληνικό μπλούζ του ’38 θα εναποθέσω...ΜΕΣ’ ΤΗΝ ΠΟΛΛΗ ΣΚΟΤΟΥΡΑ ΜΟΥ...
ιδιαίτερη μέρα σήμερα.., γλυκόπικρη
σαν πρόθυμο θύμα πάγωσα και εγώ μπροστά όχι σε ένα επικείμενο χτύπημα αλλά στην επιβεβαίωση της ακόμα ανοιχτής πληγής
http://www.youtube.com/watch?v=sdy4ell_dtM
...Λάκη Παππά!
...ΝΑ ΜΗΝ ΝΙΚΗΣΕΙ Η ΑΝΑΠΟΔΙΑ...
ναι, τα πάντα ρει, go with the flow κλπ.., δε διαφωνώ αλλά πρέπει να το ταλαιπωρήσεις λίγο
http://www.youtube.com/watch?v=cimuFsGhebE
...πανέμορφο ερωτικό τραγούδι απ’ τη Χερσόνησο της Ερυθραίας στην Μικρά Ασία. Κατά τη φτωχή μου γνώμη, η καλύτερη εκτέλεση που ξέρω, με τον ταμπουρά (σάζι) γλυκό και το μπεντίρ να βαθαίνει το ρυθμό του τόσο όμορφα. Το νάϊ να εκπνέει τη μελωδία, όπου σταματάει η φωνή, και το κανονάκι, να κελαρίζει ελαφρά και διακριτικά στα γυρίσματα με τους χαρακτηριστικούς κυμματισμούς του...
Η τραγουδίστρια κατά τι ψηλότερα απ’ τη Σαμίου το λέει. Ήθελε λίγο ψηλότερα ακόμα, για να δείξει η γλύκα του, αλλά δεν πειράζει. Πολύ καλύτερο απ’ της Σαμίου που το λέει εξαιρετικά χαμηλά για τις ανάγκες της φωνής της...σχεδόν το μπουκώνει...
...έλα να πάμε μάτια μου κι ας φέρουν τα κομμάτια μου...
για τους μη εξοικειωμένους...
αυτό κάνει το σάζι
κι αυτό κάνει το μπεντίρ...
αυτό είναι το νάϊ, που όπως λένε όποιος το παίζει βγάζει την ψυχή του μέσα απ’ τον μακρόσυρτο ήχο του...
κι αυτό είναι το κανονάκι, το όργανο των οργάνων μαζί με το σάζι...απεριόριστοι οι ήχοι του, όσα και τα κουρδίσματά του.. εδώ αυτοσχεδιάζει ο μεγάλος δάσκαλός του...
καλή απόλαυση!
ένα κορίτσι με πάθος, πνεύμα και όνειρα...
...η αγάπη θέλει φρόνηση
θέλει ταπεινοσύνη
θέλει λαγού περπατησιά
κι αητού γρηγοροσύνη...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
[αγνοούμε τα και καλά λόγια σχόλια του κ. Λιάβα ή προσπαθούμε να τα αγνοήσουμε, απλά γιατί όλο το άλλο είναι τόσο ζουμερό όσο τίποτε ειπωμένο...]
Έλα ρε συ... τώρα το κατάλαβες;
και μεγάλη απώλεια.. Κωστής Παπαγιώργης: (1947-2014) RIP
Όπως για να ιδωθούν δύο άνθρωποι χρειάζεται ένα τρίτο στοιχείο (το φως ή η γλώσσα), για να κοινωνήσουν τα εγώ τους απαιτείται ένας «άλλος» παράγοντας: ο πόνος, η ομορφιά, το τοπίο, το Είναι, ο Θεός, το άπειρο.>>
...ανθηρά τα λιβάδια που θα πλανηθεί το ανήσυχο πνεύμα του...
Πάει για ξεκούραση κι αυτός...Κουράστηκε απ’ τα πάνω-κάτω...
Είναι εκεί, που το σώμα μας εγκαταλείπει σ’ αυτές τις αγωνίες που του βάζουμε...εκεί που το πάει ο δαιδαλώδης εγκέφαλός μας και δεν πρέπει...απλά γιατί δεν αντέχει...δεν αντέχει το καημένο...
Ωραίο κείμενο!
Να’σαι καλά Ainastros, αφού σήμερα μας έφερες κάτι καλό...
Πρέπει να είσαι ευτυχής Wicca! Μια κι εσύ μοιάζει να τo έχεις καταλάβει ήδη...
Εμείς απλά ένα όμορφο τραγούδι μοιραστήκαμε, με τα όμορφα σοφά του λόγια...
Tα άλλα είναι επί της ουσίας καπνός...για την ακρίβεια αέρινης σύστασης όπως λέει κάπου κι ο Σαίξπηρ...
Είναι ωραίο να έχει κανείς σοφούς φίλους...
ειδικά όταν ο ίδιος αγωνίζεται να γνωρίζει συνέχεια...
χαίρομαι για σένα Wicca!
Μπορείς να απολαμβάνεις τη γνώση σου πια κυρίως έμπρακτα!
Εγώ πάλι, πού απόλαυση με τόση διερεύνηση και θεωρία...
Στον τάφο θα μπω κι εκεί θα σκαλίζω γύρω μου το χώμα να δω τα πώς και τα γιατί του...Τεράστιος κόσμος ανεξερεύνητος...
πάντως δεν υπάρχει ωραιότερο απ’ το να διαβάζει κανείς ή ν’ ακούει κάτι ωραίο και να πίνει το τσαγάκι του...όπερ και τηρώ αυτή την ωραία και ήρεμη στιγμή της μέρα που λέγεται μεσάνυχτα!
ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
Ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή .
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας·
.
λάθος!
.
.
.
κι αλλάξαμε ζωή.
So evil my love...
...έχει διαβάσει
τον Κωστή Παπαγιώργη, με τι με συμβουλεύετε ν αρχίσω,
για να γνωρίσω τη σκέψη του;
Πριν λίγες μέρες κάπου ήμουν με το ποδήλατο, και είδα σε μια κολόνα το αγγελτήριο της κηδείας του.
''Τον πολυαγαπημένο μας...συγγραφέα...''
Μόνο ως όνομα τον ξέρω, αυτή η συνάντηση όμως μου λέει πως ίσως ήρθε η ώρα να ''γνωριστούμε''.
Δυο τρεις τίτλοι ήδη με ''ιντριγκάρουν.
Ιμερος και Κλινοπάλη,
Περί Μέθης,
Κέντρο Δηλητηριάσεων.,κλπ.
Αρχισε με το Περί μέθης, νομίζω. Μαζί με τα Το πάθος της ζηλοτυπίας, και Ξυλοδαρμοί ή Μισανθρωπίας προλεγόμενα είναι τα έργα του με την βαθιά ανθρωπιστική ματιά στις αδυναμίες μας...Μετά καθόλου τυχαία θα σου έλεγα να διαβάσεις ό,τι έγραψε για τον Ντοστογιέφσκι...Μετά μπορείς να απλωθείς στα φιλοσοφικα ιδεολογικά του κείμενα που έχουν πολύ να κάνουν με τα ρεύματα για την ταυτότητα του σύγχρονου έλληνα και τον τρόπο που εξελίχθηκε απ’ το τέλος του Βυζαντίου κι εδώ...
Ας προτείνει και κανένας άλλος...
Wicca, αλλά κι όσοι έχετε αντίστοιχες απόψεις. Ανασκευάστε της γιατί ο έρωτας είναι εκεί...Είμαι τρομερά χαρούμενη...Ένα αγαπημένο ζευγάρι, που συνέβαλα μέσα από συγκεκριμένη συγκυρία κι εγώ να ενωθεί, χρόνια πίσω, όχι μόνο συνεχίζουν να μοιράζονται τη ζωή, αλλά περιμένουν το παιδί τους...Τι χαρά που έχω δεν λέγεται...
.
.
.
Δεν υπάρχει τίποτα μάταιο...όλα γίνονται για κάποιο λόγο και αν τα πολεμάμε, εννοώ αν τα διεκδικούμε τα έχουμε!
.
.
.
Μεγάλη χαρά σήμερα!
Παρ’ ό,τι δεν έκανα παιδιά από επιλογή, πιστεύω ότι η πιο δημιουργική πράξη μιας γυναίκας είναι να φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Κι εμείς όμως που διαλέξαμε να μην κάνουμε παιδιά στην ουσία ένα γυιό θα θέλαμε να αγαπάμε, να τον νουθετούμε πώς να αγαπά τις γυναίκες κι όχι σαν κάτι ηλίθιες μάνες να “διδάσκει” προσοχή με τις γυναίκες τις πανούργες και τα τοιαύτα γνωστά και βασανιστικά ή μια κόρη να κανακεύουμε και να συμβουλεύουμε να μην περάσει ό,τι περάσαμε, να μη παραδίνεται άνευ όρων...
Επίσης έχω βαθύ θαυμασμό και σεβασμό για το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα με αποκορύφωμα τη μήτρα. Λατρεύω τις γυναίκες εν ολίγοις...
Εδώ και καιρό έχω τη συνήθεια να ψάχνω και να βρίσκω βίντεο φυσικής γέννας στο γνωστό διαδικτυακό χώρο, που όλοι χρησιμοποιούμε με μανία. Έχω αποκομίσει υπέροχες εικόνες, που με οδηγούν στην πεποίθηση πως ένας άνδρας και μια γυναίκα, όταν βρίσκονται σε αρμονία με τη φύση και μεταξύ τους, είναι ικανοί να δημιουργήσουν υπέροχα πράγματα, που σίγουρα ένα τους και ως φαίνεται το υπέρτατο, είναι η δημιουργία ζωής.
Τα ζευγάρια δε που τους ευλόγησε η φύση, να μπορούν να υιοθετούν ένα φυσικό τοκετό, στο χώρο που θα επιλέξουν, είναι ευτυχισμένα ζευγάρια.
Σήμερα συμπτωματικά κοιτούσα δυο βίντεο, λίγο πριν μάθω για τους φίλους και το παιδάκι που θα αποκτήσουν...
Στο πρώτο βίντεο η γυναίκα έκανε τις επιλογές περί τον τοκετό κι ο άντρας της στήριζε τις επιλογές της. Γεννούσε το τέταρτο παιδί της σ’ ένα rainforest, πλάϊ σ’ ένα μικρό κρυστάλινο ποτάμι, όπου μέσα του και σε βάθος λογικό ακούμπησε το στρώμα της και γέννησε το κορίτσι της, που αμέσως το έβαλε στο στήθος της και το βύζαξε...τα άλλα παιδιά της ήταν γύρω της. Ο άντρας της τη βοήθησε τραβώντας το παιδί, αφού είχε βγει το κεφαλάκι του, έκοψε και τον λώρο κι έκανε κι όλα τα άλλα που είναι απαραίτητα μετά τη γέννα...
Στο δεύτερο βίντεο η γέννα συνέβη στο σπίτι του ζευγαριού. Παρόντες ήταν συγγενείς ή φίλοι, δεν προσδιορίζεται. Πάντως μια γυναίκα κι ένας ακόμη άντρας. Επίσης η μαία. Η γυναίκα στεκόταν καθήμενη πάνω στα πόδια του άντρα της που ήταν καλοκαθισμένος σε ένα σκαμνί πίσω της.
Τη στήριζε 100%, πρώτα γιατί καθόταν στα πόδια του κι έπειτα γιατί τα χέρια του ήταν κάτω απ’ τις μασχάλες της, έτσι που ήταν σαν να κρέμμεται απ’ αυτά, τη στιγμή που σφιγγόταν για να κατέβει το παιδί. Την χάίδευε και την φιλούσε ταυτόχρονα. Υπέρτατη τρυφερότητα σε μια στιγμή που ο πόνος είναι δυνατός το λιγότερο.
Η γυναίκα είχε δυσκολία, γιατί το κεφαλάκι του μωρού κοιτούσε προς τα κάτω και ήταν ιδιαίτερος ο τρόπος που θα έπρεπε η μαία να πιάσει το κεφαλάκι μια και το από κάτω, αν κοιτούσε προς τα πάνω ήταν αδύνατον.
Όταν γεννήθηκε το μωρό το τοποθέτησαν, όπως γίνεται πάντα σ’ αυτούς τους τοκετούς, στο στήθος της γυναίκας. Η τρυφερότητα του πατέρα, που δεν σταμάτησε να εκδηλώνεται ούτε λεπτό, ήταν μοναδική.
Εξ άλλου σ’ όλη τη διάρκεια του τοκετού, το σώμα του ακουμπούσε καταπάνω στης γυναίκας που ήταν εντελώς γυμνή και προφανώς εκείνος θα αισθανόταν κάθε κίνησή της γυναίκας, κάθε ανάσα της, τις ίδιες τις συσπάσεις και τα σφιξίματα, όπως στην ερωτική επαφή...
Χάϊδευε συνεχώς μάνα και παιδί με τεράστια αγάπη. Το μωρό χαϊδευόταν συνεχώς από τρία χέρια. Δυό της μάνας, ένα του πατέρα, το άλλο του πατέρα χάϊδευε τη μάνα...
Το πιο ωραίο σύμπλεγμα σωμάτων και ψυχών που έχω δει ποτέ...Αν ήμουν γλύπτης, θα το έφτιαχνα με υπέρτατο οίστρο...δυστυχώς δεν είμαι...
Χαίρομαι που υπάρχουν όλα αυτά τα ντοκουμέντα αληθινής ζωής...
Γιατί τα άλλα είναι στη σφαίρα των εκτρωμάτων που οι κοινωνίες μας εκτρέφουν...
Εγώ αυτά θα παίρνω σαν φυσιολογικά κι όχι τις ήττες της ζωής μου ή των άλλων...
η ήττα δεν ήταν και δεν πρέπει να είναι ποτέ μέτρο ζωής...
ούτε για τους ίδιους τους ηττημένους...
- Ποῦθ’ ἔρχεσαι;
- Ἀπ’ τὴ Βαβυλώνα.
- Ποῦ πᾶς;
- Στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα.
- Ποιάν ἀγαπάς;
- Κάποια τσιγγάνα.
- Πῶς τὴ λένε;
- Φάτα Μοργκάνα.
- Ποιό είναι το όνομά σου, κυρίαρχε των ακρογιαλιών της Πλουτωνικής νυχτιάς;
- ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ.
...Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου
δε θ’ ακουμπήσει πια!
Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
από ‘να θυμιατήριο αόρατο
που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν
και τ’ αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα,
"αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός,
και μαύρη λησμοσύνη,
για τη χαμένη αγάπη σου,
την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε."
Και το Κοράκι είπε:
“Ποτέ, ποτέ ξανά!".
...
Είναι του Πάνου Κυππαρίση και τα έλαβα σήμερα στο νέο κινητό μου, το τρισδιάστατο (είναι φανερή η αποστροφή μου γι’ αυτό!), φοβερό εργαλείο όμως, για να λαμβάνω σκαναρισμένα ποιήματα από ανώνυμο/η αποστολέα...ωραία ποιήματα...ο/η αποστολέας κατάστρεψε το βιβλίο μαρκάροντας ό,τι ήθελε να προσέξω...ή τέλος πάντων ό,τι πρόσεξε αυτός ή αυτή...
μόνο αυτό
να μην κοιμηθείς.
(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;
Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)
ΝΑΡΘΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ...
Ψυχραιμίααααα....
Εξαιρετική η σχέση του ύφους Santana με John Lee Hooker...
Μαγειρεύοντας έβαλα ν’ ακούσω, αν και δεν ήταν του γούστου μου, ένα μιξ με τον Μάλαμα...
Μου τριβελίζει από ‘κείνη την ώρα το νου η φράση
"...καθρεφτάκι ο έρωτας στο κλουβί του κόσμου...”,
όπως και το άλλο, το πολύ γνωστό (του Καζαντζάκη ντε; καλά δεν γίνομαι ιερόσυλη, αλλά...το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, σε βαθμό-μπαφιάσαμε με δαύτο πια)...ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ...ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ...ΕΙΜΑΙ ΛΕΦΤΕΡΟΣ...
ή ίσως έτσι θα’πρεπε να είναι, αλλά φευ δεν νιώθω έτσι...παραμένω βαθιά υπόχρεη, που υπάρχει ο έρωτας ή μέσα μου τουλάχιστον έτσι το βλέπω...και δεν με νοιάζουν καθόλου τέτοιες σκλαβιές...έχω τα χέρια μου απλωμένα να αλυσοδεθώ αν χρειαστεί...
Μωρέ και σιδερένια μπάλα στον αστράγαλο βάζω ως τα βαθιά μου εκατό, αν ποτέ τα φτάσω...
Με μαθαίνει η μαμά μου ακόμα και τώρα, που γέρασε αρκετά, με πρόσφατο έμφραγμα, κάνει delete όλων των δυσάρεστων προς όλες τις κατευθύνσεις...αγαπά όλο τον κόσμο, γιατί ζει κι Αυτός μαζί...
ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ...κι ο Αυτός έχει φύγει γι’ άλλους κόσμους, στην υπερατλαντίδα χώρα...τρέχα γύρευε μανούλα, πολύ παπούς κι εκείνος πια...πήγε να απέλθει δίπλα στα παιδιά και τα εγγόνια του...θα ήθελε τη μαμά μου να τον ακολουθήσει, όμως κι εκείνη επ’ ουδενί ήθελε να απέλθει στην ξένη χώρα μακράν της θυγατέρας και των συγγενών της κι έτσι το ζεύγος εχώρισε με στωϊκότητα και αναπολεί τις καλές στιγμές του...
Με δεκαπέντε χιλιάδες λεξοτανίλ (εντάξει υπερβολή η ποσότητα, λόγω απέχθειας, γιατί δεν τα θέλω ούτε γι’ αυτήν, αλλά ούτε και για τον εχθρό μου) για να μην είναι υπερκινητική κατά παραίνεση των γιατρών και κουράζει την καρδούλα της, αυτή που όλη της τη ζωή δεν ξέρει τι είναι ο καθισμός κάτω. Το πήραν είδηση τι είδος θνητής είναι και στο νοσοκομείο, τόσο που της βγάλανε το παρατσούκλι "η αναρχοαυτόνομη”, αφού ήταν εντελώς απείθαρχη... στην αρχή νευρίασα...μετά έβαλα τα γέλια...
Κι αυτή δεν πα’ να σκούζουν οι γιατροί, δεν πα’ να σκούζω εγώ, αρπάζει κάθε ίνα ζωής που στέκεται δίπλα της με δίψα έφηβης...ράβει δαντελίτσες στα μαξιλαράκια της κρεβατοκάμαράς της (κι εγώ δεν ξέρω πόσα τέτοια έχει φτιάξει σ’ όλη τη ζωή της), στενεύει κι άλλο τα ρούχα της, γιατί όσο να’ναι η πρόσφατη περιπέτεια την έριξε τρία τέσσερα κιλάκια μαζί με άλλα ζητήματα υγείας που καραδοκούν άκρως απειλητικά κι ας μην μπορεί να περπατήσει κι αρνείται τη χρήση μπαστουνιού και πέφτει κάτω, αλλά “πέφτει όμορφα” (έτσι λέει και γελάει...)
Βρίζει τη ραπτομηχανή της, που είναι βαριά και δεν μπορεί να την μεταφέρει, γιατί και συνέχεια έξω δεν θα την άφηνε, να είναι το σπίτι σαν ραφτάδικο με τη μηχανή μεσ’ τη μέση...κι έτσι όλα τα ράβει στο χέρι με πισωβελονιά, το ψευτογαζί όπως λέγεται αλλιώς, όπως και η γιαγιά μου, που μισούσε κι αυτή τη ραπτομηχανή και τα περάσματα της βελόνας της...που όλο έσπαγε η κλωστή τράβα-τράβα και δόστου αγανάκτηση για την βραδύτητα της όλης διαδικασίας...
Α, το γενικό σύνθημα του σπιτιού ήταν ΣΒΕΛΤΑ! Άντε να χύνει η χολή μας! (άνδριώτικη έκφραση για τους ανθρώπους με νεύρο και δράση έντονη-μακριά από μας η τεμπελιά κι η ακινησία!).
Άντε τώρα η γυναίκα αυτή να καταστείλει συνήθεια και χαρακτήρα ολόκληρης ζωής. Χτες το πήρα απόφαση. Κάλιο να φύγει έτσι. Αυτό θέλει κι αυτή. Είχα κατέβει για να της κάνω μερικές δουλειές. Καθόταν στο μπαλκόνι της κι έραβε δαντελίτσες. Το σπίτι σένιο. Έτριζε από τάξη και καθαριότητα...Ποιό λεξοτανίλ παιδιά; Το μόνο που κατάφεραν είναι να κοιμάται όλη τη νύχτα. Γιατί πριν κοιμόταν 11-3πμ.
Τεράστιος πυρετός ζωντάνιας...
Κι αν αυτό δεν είναι έρωτας, τότε έρωτας τι είναι...Να σκέφτεται τον τελευταίο άντρα της ζωής της και πόσο ωραία περνούσαν, να φτιάχνει ομορφιές γύρω της...
ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΜΕ ΟΛΑ!!!
Εγώ τώρα τι να κάνω; Πόσο να πέσω να πεθάνω; Δεν γίνεται. Της το οφείλω. Υπάρχει παράδοση στο σπίτι. Ποιά είμαι εγώ που θα την σπάσω;;;
Μετά μου λες γιατί πήρα την Πέρλα; Ήμουν εξαιρετικά χάλια σωματικά και ψυχικά. Στο βαθύ υπέδαφος...Η Πέρλα ήταν το αντίδοτο... το φάρμακο. Παρασκευή απόγευμα διάβασα ότι είναι διαθέσιμη. Σάββατο ήμουνα στο μαγαζί που τη διαφήμιζε. Το νούμερό μου ήταν ήδη μονταρισμένο. Κατεβάσαμε μια ιδέα τη σέλα, αλλάξαμε τα πετάλια και δρόμο...
Γλυκιά μου Πέρλα!!!
Τι λέγαμε πιο πάνω;;; Μόλις έλαβα άσμα από φίλο στην μακρυνή Σουηδία...το εξής:
Slow down...you move too fast!!!
You move too slow.. speed up..
Εσύ ή ο Βίκιγκ έχετε δίκιο;
Νιώθω ότι με χειρίζεται ο Σίνης, ο Πυτιοκάμπτης...Θα σκιστώ στα δυό βρε...
Κανένας δεν σε χειρίζεται πια.. The choice is yours..
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω. Είπα να μιλήσω, αλλά μετά μου είπα, κάτσε στ’ αυγά σου. Μη βγάζεις άχνα! Τώρα όμως δεν γίνεται. Αγαπητή Wicca. Η υψηλοτάτη είναι μεν Κριάρι, αλλά είναι και νερόφιδο. Τι να κάνει το νερόφιδο σε εποχή του ξύλινου Αλόγου; Τα πράγματα καλπάζουν. Αυτή έρπει!
Έπειτα φίλοι μου ως ανερχόμενη Πυθία θα ήθελα να σας μιλήσω για την σημερινή Πανσέληνο σ’ αυτό το απόλυτα νερουλό ζώδιο του Σκορπιού...
Εν τιμή; Δεν είναι καλή ή κακή. Είναι όλα. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την υψηλοτάτη. Ισχύει για όλους σχεδόν.
Ούτε η αρχαία Πυθία τέτοιους διφορούμενους χρησμούς δεν θα έδινε. Μιλάμε για τεράστια γκάμα πιθανοτήτων εις την χορείαν των προσωπικών υποθέσεων...Εκτείνεται από χωρισμούς έως τεράστιους παθιασμένους έρωτες...Δεν βρίσκει κανείς άκρη...Αυτό το φύγε εσύ κι έλα εσύ κάτα κάποιον τρόπο...Ανοίγουμε την θύρα δηλαδή και με μια κλωτσιά γενναία πετάμε έξω όποιον/α είναι μέσα και τραβώντας με μανία σχεδόν όποιο/α που είναι έξω να μπει μέσα, τον ή την πιάνουμε και την ζουπάμε στα χάδια και τις αγάπες και ό,τι άλλο δηλαδή...τεράστιο πάθος και ξεκαθαρίσματα της ήρας απ’ το στάρι...και ζήλειες και τώρα αυτοί είναι οι αδέκαστοι όροι μου κι αν δεν, δεν...μιλάμε ακραίες εκδηλώσεις...Καθότι η Αφροδίτη στον Κριό ευρίσκεται...Αυτό από μόνο του χαοτικό. Πόσο μάλλον μαζί με Πανσέληνο στο Σκορπιό και κάτι άλλα δυσμενή που βαριέμαι να εξηγώ και στο τέλος-τέλος τι να σας νοιάζει.
Το ρεζουμέ είναι ότι όποιος/α βρεθεί στη λάθος πλευρά, κακό το κεφαλιού του/της, εκτός αν είναι σοφός/ή και στωϊκός/ή και αντί να μαραζώσει που τον/την σουτάρουν έξω απ’ τον νυμφώνα, αναθαρέψει απ’ την απελευθέρωσή του/της...
Σηκώνουμε τας χείρας στα ουράνια εμείς οι οιωνοσκόποι...
Το δε Κριάρι το περί ου ο λόγος, περί βραδύτητας και γρηγοράδας, τι να σου κάνει; Του έχουν βάλει παστούρες στα γοργά του ποδαράκια...εδώ και καιρό κάτι ανάδρομοι με αρχηγό τον κ. Άρη που είναι και ο βασικός πλανήτης του. Μιλάμε για τεράστια κόντρα. Το δε συγκεκριμένο Κριάρι όταν δεν στέκεται στην άκρη του γκρεμού, για να θωρεί στον πάτο του την έσχατη λεπτομέρεια και να χάνεται σ’ αυτή...μετά κάνει στροφή για ν’ ανέβει στον επόμενο βράχο, για να κοιτάει τον πάτο του γκρεμού από πιο ψηλά. Τι έλεγε ο Γκαίτε; "Όλο ψηλότερα ν’ ανεβαίνεις, όλο μακρύτερα να κοιτάς."
Έστω και με τον Άρη κόντρα.
Τώρα ο Βίκιγκ πώς να βιαστεί εκεί που είναι; Δεν προλαβαίνει να βιαστεί. Τόσο δρόμο μακριά. Άσε που αυτοί εκεί πάνω είναι κάπως ψυχρόαιμοι. Πού βρέθηκε εμπρός σου κυρία ο Βίκιγκ; Αυτό που η ελληνίς θωρεί αργό, ο Βίκιγκ το θωρεί όλο βιασύνη...
Καλά κρασιά!
Έχω την Σελήνη μου στον Κριό.. Δεν ξέρω τι κάνουν τα παστουρωμένα κριάρια αλλά ξέρω τι κάνουν τα ερωτευμένα.. ( μιας και περί έρωτος ο λόγος).
Αργεί πολύ.. στην βράση κολλάει το σίδερο.
Ωραίο το χιούμορ...καλά περάσαμε. Πάω για ύπνο. Έχω ολονύκτια εργασία. Εσείς πάλι γλεντήστε μωρέ, ερωτευτείτε, παντρευτείτε (κάτι τέτοιο μυρίζομαι και χαίρομαι η παραδοσιακή εγώ...) Αφήστε την γηραιά στην ησυχία της...Κι επειδή μια απ’ τις ιδιότητές μου είναι να προκαλώ ζευγαρώματα σοβαρά και στέρεα, έχω ράμματα για τις γούνες και των δυό σας. Και μάλιστα ήδη κάνω τα βουντού μου. Όχι μόνο για τις δυό σας αλλά και γι’ άλλους κι άλλες που έχουν σηκωμένες παντιέρες ελευθερίας λέει, αλλά απόλυτης μοναξιάς και μην πω, τι άχαρο πράγμα είναι ο ξερός μόνος άνθρωπος...That’s all folks...
Κι ο Βίκιγκ είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος, πατέρας της αγαπημένης μου φίλης. Δεν θα ξανακάνουμε χιούμορ μαζί του. Δεν είναι για χιούμορ. Μαθαίνω εξαιρετικά πράγματα για την κουλτούρα τους που αγνοώ. Μόνο τον Peer Gynt ξέρω κι ακούω συνέχεια...
Πάρτε νάχετε την ωραία άριά του...την είχα βάλει και στο blog των αισθημάτων μας...
http://www.podilates.gr/node/31095?page=4
ποστάρισμα 247. 23/10/2013 ήταν, στις 8.42πμ.
Ααα μην τσουβαλιάζεις.. εγώ δεν είπα τίποτα για τον Βίκινγκ.. Α όλα και όλα..